Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;

 ”Και εκείνους που τους είδαν να χορεύουν τους πέρασαν για τρελούς, αυτοί που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική”.

Νίτσε

Tόσα γνωμικά, τόσες ιδέες και για κάθε μία ερμηνείες και παρερμηνείες. Τις διαβάζουμε, αλλά δεν τις ακούμε. Κανείς δεν μπορεί να ακούσει τη φωνή του, όποιος πιστεύει ότι μπορεί, κάνει λάθος. Μέσα από τα λόγια του, απλώς βλέπουμε έναν άλλο κόσμο επηρεασμένο πάντα από ό,τι νιώθουμε. Ακούμε τι πίστευε, αλλά στην πραγματικότητα απλώς ακούμε αυτά που πιστεύουμε εμείς. Ίσως τα πιστεύει μια άλλη πλευρά του εαυτού μας, ίσως απλά τα σκέφτεται. Πάντα όμως ακούμε με τα δικά μας όρια. Ούτε μέσα από τα μάτια του συγγραφέα, ούτε μέσα από τη σκέψη του.

Αυτό συμβαίνει πάντα.

 Κοιτάμε την ίδια εικόνα εσύ και εγώ και δε συμφωνούμε σε ό,τι βλέπουμε. Μπλε βλέπω εγώ, χρυσό εσύ. Βλέπουμε τα ίδια γράμματα, σχήματα, σκιές και μάς θυμίζουν κάτι άλλο. Μ’ αρέσει αυτό στους ανθρώπους. Περίπλοκοι και πάντα διαφορετικοί. Όσο όμορφο είναι, τόσο δύσκολο για την επικοινωνία. Συνήθως, περιμένουμε από τους άλλους να σκέφτονται όπως εμείς και καθορίζουμε τις προσδοκίες μας σύμφωνα με αυτή την υπόθεση. Αυτά που σκοπεύουμε να δώσουμε, θέλουμε να τα πάρουμε πίσω. Έχω μια επιθυμία και περιμένω να έχεις και συ την ίδια. Τι αφέλεια… Ποτέ δεν θα ταιριάξουν οι επιθυμίες μας, ούτε οι σκέψεις μας. Ή μάλλον όχι ποτέ, αλλά σίγουρα αν περιμένεις αυτό, θα απογοητευτείς.

Θυμάμαι μια ερώτηση που μου έκανε πάντα η αδερφή μου όταν ήμασταν μικρές και ετοιμάζαμε ένα ‘’σατανικό σχέδιο’’: ‘’Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;;’’ (πονηρό γέλιο) και πάντα έλεγα ναι. Και πάντα έκανα λάθος. Και η αμοιβαιότητα έχει όρια και η ενσυναίσθηση. Και ποτέ δεν είναι αρκετές. Κι εσύ λυπάσαι, απογοητεύεσαι. Αλλά είναι η φύση τους να μην αρκούν. Αν συμφιλιωθούμε με αυτό, θα πονάμε λιγότερο.

 Ελευθερία είναι να μην περιμένεις από κανέναν να καταλάβει τι σκέφτεσαι ή τι νιώθεις. Ούτε πόσο νιώθεις, ούτε πότε, ούτε γιατί. Γιατί αυτές οι προσδοκίες είναι ουτοπικές και μας θυμώνουν. Και ο θυμός μάς κρατάει πίσω. Να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου και να σού αρκεί.

Ο Νίτσε αυτό έκανε, μόνο εκείνος καταλάβαινε τις ιδέες του και το ήξερε. Ήταν ο πρώτος που τις πίστεψε και ήξερε ότι ίσως να είναι ο μοναδικός. Μετά τον πίστεψαν και άλλοι, όμως δεν είχε ανάγκη την κατανόηση. Άργησαν να τον ακούσουν, άργησαν να τον πιστέψουν και κρίθηκε. Κρίθηκε ο κόσμος του, ό,τι πίστευε, αλλά δεν σταμάτησε.

 Η ιστορία δείχνει ότι όποιος αντέχει την κριτική, προχωράει. Εγώ νομίζω ότι όποιος αντέχει την κριτική, είναι ελεύθερος. Άρα όποιος είναι ελεύθερος, προχωράει;